aphasia
a
ə
ē
pha
ˈfeɪ
fei
sia
ziə
ziē
aphagiaaplasiaaphakia

Ορισμός και σημασία του "aphasia"στα αγγλικά

01

αφασία, αφασία

a neurological disorder affecting language comprehension or production 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After the stroke, he developed aphasia and struggled to form sentences. 

Μετά το εγκεφαλικό, ανέπτυξε αφασία και αγωνίστηκε να σχηματίσει προτάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store