Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heartfelt
01
ειλικρινής, βαθύς
expressing a genuine or sincere emotion, feeling, or thought
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heartfelt
συγκριτικός βαθμός
more heartfelt
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
heartfelt
heart
felt



























