hearse
hearse
hɜ:s
hēs
hoarse

Ορισμός και σημασία του "hearse"στα αγγλικά

01

νεκροφόρα, αυτοκίνητο κηδείας

a vehicle specially designed to transport deceased individuals in coffins or caskets from the place of death to the funeral home or cemetery 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hearses
Παραδείγματα
The hearse solemnly led the funeral procession to the cemetery. 

Το νεκροφόρο οδήγησε με σεμνότητα την κηδεία στο νεκροταφείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store