heap
heap
hi:p
hip
weepleapdeepreap

Ορισμός και σημασία του "heap"στα αγγλικά

01

σωρός, στοίβα

a large number of objects thrown on top of each other in an untidy way 
heap definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heaps
Παραδείγματα
The children made a heap of toys in the corner of the room. 

Τα παιδιά έκαναν ένα σωρό παιχνίδια στη γωνία του δωματίου.

02

σωρός, βουνό

a lot of something; a large amount of something 
03

σκουπίδι, παλιό αξιόπιστο αυτοκίνητο

a car that is old and unreliable 
to heap
01

σωρεύω, μαζεύω ακατάστατα

to pile or gather things in a disorderly or untidy manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
heap
γ΄ ενικό πρόσωπο
heaps
ενεστώτα μετοχή
heaping
απλός αόριστος
heaped
παθητική μετοχή
heaped
Παραδείγματα
After the harvest, the farmers heaped the freshly picked apples in wooden crates. 

Μετά τη συγκομιδή, οι αγρότες σωρούν τα φρεσκοκομμένα μήλα σε ξύλινα κιβώτια.

02

σωρεύω, συσσωρεύω

bestow in large quantities 
03

σωρεύω, γεμίζω μέχρι να ξεχειλίσει

fill to overflow 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store