Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heap
01
σωρός, στοίβα
a large number of objects thrown on top of each other in an untidy way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heaps
Παραδείγματα
There was a heap of dirty dishes in the sink after the party.
Υπήρχε ένας σωρός από βρώμικα πιάτα στο νεροχύτη μετά το πάρτι.
02
σωρός, βουνό
a lot of something; a large amount of something
03
σκουπίδι, παλιό αξιόπιστο αυτοκίνητο
a car that is old and unreliable
to heap
01
σωρεύω, μαζεύω ακατάστατα
to pile or gather things in a disorderly or untidy manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
heap
γ΄ ενικό πρόσωπο
heaps
ενεστώτα μετοχή
heaping
απλός αόριστος
heaped
παθητική μετοχή
heaped
Παραδείγματα
As part of the cleanup effort, volunteers worked together to heap bags of trash for proper disposal.
Ως μέρος της προσπάθειας καθαρισμού, οι εθελοντές συνεργάστηκαν για να σωρούν σακούλες σκουπιδιών για σωστή απόρριψη.
02
σωρεύω, συσσωρεύω
bestow in large quantities
03
σωρεύω, γεμίζω μέχρι να ξεχειλίσει
fill to overflow



























