healing
hea
ˈhi
χι
ling
lɪng
λινγκ
/hˈiːlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "healing"στα αγγλικά

01

θεραπεία, αναρρόφηση

the process of becoming healthy again after an injury or illness
healing definition and meaning
Παραδείγματα
Physical therapy plays a crucial role in facilitating the healing of sports injuries.
Η φυσικοθεραπεία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διευκόλυνση της επούλωσης των αθλητικών τραυματισμών.
01

θεραπευτικός, ιαματικός

having the power to make healthy again
Παραδείγματα
Aloe vera is known for its healing effects on sunburns.
Η αλόη βέρα είναι γνωστή για τις θεραπευτικές της επιδράσεις στα ηλιακά εγκαύματα.
02

θεραπευτικός, ιαματικός

gradually becoming healthy or whole again after injury or distress
Παραδείγματα
Meditation became part of her healing routine.
Ο διαλογισμός έγινε μέρος της θεραπευτικής ρουτίνας της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store