healing
hea
ˈhi:
hi
ling
lɪng
ling
heatinghearingheavingheading

Ορισμός και σημασία του "healing"στα αγγλικά

01

θεραπεία, αναρρόφηση

the process of becoming healthy again after an injury or illness 
healing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The healing of her broken arm took several weeks, but she eventually regained full mobility. 

Η επούλωση του σπασμένου χεριού της πήρε αρκετές εβδομάδες, αλλά τελικά απέκτησε πλήρη κινητικότητα.

01

θεραπευτικός, ιαματικός

having the power to make healthy again 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most healing
συγκριτικός βαθμός
more healing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The healing ointment soothed her burned skin within hours. 

Η θεραπευτική αλοιφή καθησύχασε το καμένο δέρμα της μέσα σε λίγες ώρες.

02

θεραπευτικός, ιαματικός

gradually becoming healthy or whole again after injury or distress 
Παραδείγματα
Her healing knee still ached after the surgery. 

Το που θεραπεύεται γόνατό της πονούσε ακόμα μετά την εγχείρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store