Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Healing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Physical therapy plays a crucial role in facilitating the healing of sports injuries.
Η φυσικοθεραπεία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διευκόλυνση της επούλωσης των αθλητικών τραυματισμών.
healing
01
θεραπευτικός, ιαματικός
having the power to make healthy again
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most healing
συγκριτικός βαθμός
more healing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Aloe vera is known for its healing effects on sunburns.
Η αλόη βέρα είναι γνωστή για τις θεραπευτικές της επιδράσεις στα ηλιακά εγκαύματα.
02
θεραπευτικός, ιαματικός
gradually becoming healthy or whole again after injury or distress
Παραδείγματα
Meditation became part of her healing routine.
Ο διαλογισμός έγινε μέρος της θεραπευτικής ρουτίνας της.
Λεξικό Δέντρο
healing
heal



























