Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to heal
01
θεραπεύομαι, ιατρεύομαι
to become healthy again
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
heal
γ΄ ενικό πρόσωπο
heals
ενεστώτα μετοχή
healing
απλός αόριστος
healed
παθητική μετοχή
healed
Παραδείγματα
Over time, a wound may heal and gradually close.
Με τον καιρό, μια πληγή μπορεί να επιθεραπευτεί και να κλείσει σταδιακά.
02
θεραπεύω, γιατρεύω
to cause a person or thing to return to a state of physical or emotional health
Transitive: to heal a wound or illness
Παραδείγματα
The medicine healed his sore throat, allowing him to speak without pain.
Το φάρμακο γιάτρεψε τον πονόλαιμό του, επιτρέποντάς του να μιλά χωρίς πόνο.
03
θεραπεύω, κατευνάζω
to reduce or ease someone's emotional pain or suffering
Transitive: to heal emotional pain
Παραδείγματα
Talking to a friend can help heal the pain of a breakup.
Η συζήτηση με έναν φίλο μπορεί να βοηθήσει να θεραπευτεί ο πόνος ενός χωρισμού.
Λεξικό Δέντρο
healed
healer
healing
heal



























