Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Headway
01
πρόοδος, προόδος
the forward movement or advancement made despite difficulties or obstacles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
headways
Παραδείγματα
We couldn’t make much headway because of the technical issues.
Δεν μπορέσαμε να κάνουμε μεγάλη πρόοδο λόγω τεχνικών ζητημάτων.
02
ελεύθερο ύψος, καθαρό ύψος
vertical space available to allow easy passage under something
Λεξικό Δέντρο
headway
head
way



























