Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to headquarter
01
έχει την έδρα του, εδρεύει
to establish the main office or administrative center of an organization or company in a particular location
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
headquarter
γ΄ ενικό πρόσωπο
headquarters
ενεστώτα μετοχή
headquartering
απλός αόριστος
headquartered
παθητική μετοχή
headquartered
Παραδείγματα
The company is headquartered in London.
Η εταιρεία έχει την έδρα της στο Λονδίνο.



























