Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to headquarter
01
έχει την έδρα του, εδρεύει
to establish the main office or administrative center of an organization or company in a particular location
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
headquarter
γ΄ ενικό πρόσωπο
headquarters
ενεστώτα μετοχή
headquartering
απλός αόριστος
headquartered
παθητική μετοχή
headquartered
Παραδείγματα
Many multinational firms headquarter their businesses in major financial hubs.
Πολλές πολυεθνικές εταιρείες εδρεύουν τις επιχειρήσεις τους σε μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα.



























