hawthorn
haw
ˈhɔ:
haw
thorn
θɔ:n
thawn
hawthorne

Ορισμός και σημασία του "hawthorn"στα αγγλικά

01

κραταιγός, αγριοκράταιγο

a shrub or small tree of the family of rose with small red fruits 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hawthorns

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hawthorn

haw

+

thorn

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store