Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hawker
01
πλανόδιος πωλητής, γυρολόγος
someone who travels about selling his wares (as on the streets or at carnivals)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hawkers
02
ιερακοτρόφος, ιερακοβόλος
a person who breeds and trains hawks and who follows the sport of falconry
Λεξικό Δέντρο
hawker
hawk



























