Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Apathy
01
απάθεια, αδιαφορία
a general lack of interest, concern, or enthusiasm toward things in life
Παραδείγματα
Addressing the problem of voter apathy became a priority for the campaign, aiming to increase civic engagement and participation.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος της απάθειας των ψηφοφόρων έγινε προτεραιότητα για την εκστρατεία, με στόχο την αύξηση της πολιτικής συμμετοχής και εμπλοκής.
02
απάθεια, αδιαφορία
a state of feeling no emotion or excitement
Παραδείγματα
She stared ahead in apathy, unmoved by the celebration.
Κοίταζε μπροστά με απάθεια, ακίνητη από τον εορτασμό.



























