apathy
a
ˈæ
ā
pa
thy
θi
thi

Ορισμός και σημασία του "apathy"στα αγγλικά

01

απάθεια, αδιαφορία

a general lack of interest, concern, or enthusiasm toward things in life 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The student's apathy towards his studies was evident in his consistently low grades. 

Η απάθεια του μαθητή απέναντι στις σπουδές του ήταν εμφανής στα συνεχώς χαμηλά του βαθμολογικά.

02

απάθεια, αδιαφορία

a state of feeling no emotion or excitement 
Παραδείγματα
He listened to the news with complete apathy. 

Άκουγε τα νέα με πλήρη απάθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store