Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hawk
01
γεράκι, κιρκινέζι
a medium-sized bird of prey with wide rounded wings that can fly very fast and take the prey by surprise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hawks
02
σανίδα κονιάματος, μαστούρα
a square board with a handle underneath; used by masons to hold or carry mortar
03
γεράκι, πολεμοκάπηλος
an advocate of an aggressive policy on foreign relations
to hawk
01
πωλώ από πόρτα σε πόρτα, γυρίζω να πουλήσω
sell or offer for sale from place to place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hawk
γ΄ ενικό πρόσωπο
hawks
ενεστώτα μετοχή
hawking
απλός αόριστος
hawked
παθητική μετοχή
hawked
02
αποβάλλω φλέγμα, καθαρίζω το λαιμό
clear mucus or food from one's throat
03
κυνηγώ με γεράκια, ασκώ την ιερακοθηρία
hunt with hawks
Λεξικό Δέντρο
hawkish
hawk



























