to have words
Pronunciation
/hæv wˈɜːdz/

Ορισμός και σημασία του "have words"στα αγγλικά

to have words
01

έχω λόγια με κάποιον, μαλώνω με κάποιον

to argue with someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
words
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have words
γ΄ ενικό πρόσωπο
has words
ενεστώτα μετοχή
having words
απλός αόριστος
had words
παθητική μετοχή
had words
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store