have words
have
hæv
χαιβ
words
wɜ:dz
ουερντζ
/hav wˈɜːdz/

Ορισμός και σημασία του "have words"στα αγγλικά

to have words
01

έχω λόγια με κάποιον, μαλώνω με κάποιον

to argue with someone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store