hater
ha
ˈheɪ
hei
ter
heaterhalterhatterhaber

Ορισμός και σημασία του "hater"στα αγγλικά

01

μισών, εχθρός

someone who dislikes or opposes a thing or activity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
haters
Παραδείγματα
He's a hater of spicy food. 

Είναι ένας μισούμενος του πικάντικου φαγητού.

02

μισών, κριτικός

someone who criticizes, insults, or expresses negativity toward others out of jealousy, resentment, or spite 
αργκό
Παραδείγματα
Don't listen to the haters. 

Μην ακούς τους μισητές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hater
hate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store