Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hatchback
01
hatchback, αυτοκίνητο με πίσω πόρτα που ανοίγει προς τα πάνω
a car with a rear door that swings upward, providing access to the cargo area, and usually has a shared space for passengers and cargo
02
πίσω πόρτα με κλίση, πόρτα οπίσθια που ανυψώνεται για να ανοίξει
a sloping rear car door that is lifted to open
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hatchbacks
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hatchback
hatch
back



























