Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hasty
01
βιαστικός, σπευσμένος
done with excessive speed or urgency
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hastiest
συγκριτικός βαθμός
hastier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They made a hasty retreat when the weather turned bad.
Έκαναν μια βιαστική υποχώρηση όταν ο καιρός χειροτέρευσε.
Παραδείγματα
His hasty decision to quit the job left him unemployed for months.
Η βιαστική απόφασή του να παραιτηθεί από τη δουλειά τον άφησε άνεργο για μήνες.
03
βιαστικός, παρορμητικός
acting too quickly or rashly, without sufficient thought or consideration
Παραδείγματα
He later realized that he was too hasty in his decision to quit his job without finding another one.
Αργότερα συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ βιαστικός στην απόφασή του να παραιτηθεί από τη δουλειά του χωρίς να βρει άλλη.
Λεξικό Δέντρο
hastily
hastiness
overhasty
hasty
haste



























