to hash out
hash
haʃ
hash
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "hash out"στα αγγλικά

to hash out
01

συζητώ διεξοδικά, αναλύω

to thoroughly discuss something in order for an agreement to be reached or a decision to be made 
to hash out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
hash
ενεστώτας
hash out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hashes out
ενεστώτα μετοχή
hashing out
απλός αόριστος
hashed out
παθητική μετοχή
hashed out
Παραδείγματα
We need to hash out our differences and come to an agreement. 

Πρέπει να συζητήσουμε διεξοδικά τις διαφορές μας και να καταλήξουμε σε μια συμφωνία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store