Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hash out
[phrase form: hash]
01
συζητώ διεξοδικά, αναλύω
to thoroughly discuss something in order for an agreement to be reached or a decision to be made
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
hash
ενεστώτας
hash out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hashes out
ενεστώτα μετοχή
hashing out
απλός αόριστος
hashed out
παθητική μετοχή
hashed out
Παραδείγματα
It 's essential to hash out any concerns before launching the project.
Είναι απαραίτητο να συζητήσετε διεξοδικά οποιαδήποτε ανησυχία πριν από την εκκίνηση του έργου.



























