Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hassle
01
ενοχλώ, προκαλώ ενόχληση
to irritate someone or cause problems for them, particularly by asking them to do something over and over again
Transitive: to hassle sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hassle
γ΄ ενικό πρόσωπο
hassles
ενεστώτα μετοχή
hassling
απλός αόριστος
hassled
παθητική μετοχή
hassled
Παραδείγματα
The tourists were hassled by street vendors trying to sell souvenirs.
Οι τουρίστες ενοχλήθηκαν από πλανόδιους πωλητές που προσπαθούσαν να πουλήσουν αναμνηστικά.
Hassle
01
διαφωνία, σύγκρουση
a dispute or disagreement between people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hassles
Παραδείγματα
The hassle over the contract delayed the project for weeks.
Η διαμάχη για τη σύμβαση καθυστέρησε το έργο για εβδομάδες.
02
ενοχλητικότητα, πρόβλημα
a situation that is disturbing because it causes difficulty or problems
Παραδείγματα
Managing multiple deadlines created a hassle for the busy team.
Η διαχείριση πολλαπλών προθεσμιών δημιούργησε πρόβλημα για την απασχολημένη ομάδα.



























