Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hash
01
χας, πικάντικο πιάτο με κομμένη πατάτα και κρέας
a spicy dish of cooked potatoes and meat that have chopped and mixed together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hashes
to hash
01
ψιλοκόβω, τεμαχίζω
chop up
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hash
γ΄ ενικό πρόσωπο
hashes
ενεστώτα μετοχή
hashing
απλός αόριστος
hashed
παθητική μετοχή
hashed
Λεξικό Δέντρο
rehash
hash



























