Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Harrier
01
κιρκινέζι, γεράκι
a medium-sized bird of prey of the hawk family that flies low over the ground for hunting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
harriers
02
harrier, σκυλί κυνηγιού που μοιάζει με foxhound αλλά είναι μικρότερο; χρησιμοποιείται για το κυνήγι κουνελιών
a hound that resembles a foxhound but is smaller; used to hunt rabbits
03
παρενοχλητής, επίμονος επιτιθέμενος
a persistent attacker
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
harrier
harry



























