harlequin
har
ˈhɑr
χαρ
leq
lək
λακ
uin
wən
ουαν
/hˈɑːlɪkwˌɪn/

Ορισμός και σημασία του "harlequin"στα αγγλικά

01

αρλεκίν, πολύχρωμος

having a bright and vibrant shade of green, often associated with playful and energetic themes
harlequin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most harlequin
συγκριτικός βαθμός
more harlequin
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The accent wall in the living room was painted in a bold harlequin diamond pattern.
Ο τοίχος έμφασης στο σαλόνι ήταν βαμμένος σε ένα τολμηρό σχέδιο διαμαντιών αρλεκίν.
01

αρλεκίνος, γελωτοποιός

a colorful and eccentric performer known for their whimsical behavior, exaggerated gestures, and playful antics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harlequins
Παραδείγματα
The harlequin's exaggerated facial expressions and zany antics had everyone in stitches during the comedy show.
Οι υπερβολικές εκφράσεις του προσώπου και οι τρελές φάρσες του αρλεκίνου έκαναν όλους να γελάνε κατά τη διάρκεια της κωμικής παράστασης.
to harlequin
01

στικτώνω, βουλώνω

variegate with spots or marks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harlequin
γ΄ ενικό πρόσωπο
harlequins
ενεστώτα μετοχή
harlequining
απλός αόριστος
harlequined
παθητική μετοχή
harlequined
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store