Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
harlequin
01
αρλεκίν, πολύχρωμος
having a bright and vibrant shade of green, often associated with playful and energetic themes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most harlequin
συγκριτικός βαθμός
more harlequin
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The playroom rug had a vibrant harlequin pattern.
Το χαλί στο δωμάτιο παιχνιδιών είχε ένα ζωηρό αρλεκίν μοτίβο.
Harlequin
01
αρλεκίνος, γελωτοποιός
a colorful and eccentric performer known for their whimsical behavior, exaggerated gestures, and playful antics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harlequins
Παραδείγματα
The harlequin in the circus delighted spectators with their comedic timing and silly pranks.
Ο αρλεκίν στο τσίρκο ευφράνει το κοινό με την κωμική του χρονική στιγμή και τις ανόητες φάρσες του.
to harlequin
01
στικτώνω, βουλώνω
variegate with spots or marks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harlequin
γ΄ ενικό πρόσωπο
harlequins
ενεστώτα μετοχή
harlequining
απλός αόριστος
harlequined
παθητική μετοχή
harlequined



























