hardship
hard
ˈhɑ:d
χαντ
ship
ʃɪp
σιπ

Ορισμός και σημασία του "hardship"στα αγγλικά

01

δυσκολία, ταλαιπωρία

the condition or state of experiencing severe difficulty or suffering 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hardships
Παραδείγματα
The country has been in a state of hardship for many years due to the ongoing conflict. 

Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση δυσκολίας για πολλά χρόνια λόγω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης.

02

δυσκολία, δυστυχία

a specific event or instance of difficulty 
Παραδείγματα
The team faced several hardships during their journey, including harsh weather conditions. 

Η ομάδα αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, συμπεριλαμβανομένων των σκληρών καιρικών συνθηκών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store