Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hardship
01
δυσκολία, ταλαιπωρία
the condition or state of experiencing severe difficulty or suffering
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hardships
Παραδείγματα
The country has been in a state of hardship for many years due to the ongoing conflict.
Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση δυσκολίας για πολλά χρόνια λόγω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης.
02
δυσκολία, δυστυχία
a specific event or instance of difficulty
Παραδείγματα
The team faced several hardships during their journey, including harsh weather conditions.
Η ομάδα αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, συμπεριλαμβανομένων των σκληρών καιρικών συνθηκών.



























