Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hard-hitting
01
δυνατός, επιρροή
powerful and impactful, often addressing issues directly and forcefully to persuade or influence others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hard-hitting
συγκριτικός βαθμός
more hard-hitting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The journalist's hard-hitting article exposed the corruption scandal and swayed public opinion.
Το δυναμικό άρθρο του δημοσιογράφου αποκάλυψε το σκάνδαλο διαφθοράς και επηρέασε τη δημόσια γνώμη.
02
δυναμικός, ενεργητικός
characterized by or full of force and vigor



























