hangover
hang
ˈhæng
χαινγκ
o
ου
ver
vər
βαρ
/hˈæŋɡə‍ʊvɐ/

Ορισμός και σημασία του "hangover"στα αγγλικά

01

πονοκέφαλος από μεθύσι, επακόλουθο αλκοόλ

a feeling of illness one feels after drinking an excessive amount of alcohol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hangovers
02

απομεινάρι, κληρονομιά

something that has survived from the past
03

ένα αξιωματούχο που παραμένει στη θέση του μετά τη λήξη της θητείας του, ένας υπάλληλος που παραμένει στο γραφείο μετά τη λήξη της θητείας του

an official who remains in office after his term
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store