Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang together
01
μένουν ενωμένοι, υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον
(of people) to stay united and cooperate to support each other, particularly in difficult or challenging circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
together
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang together
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs together
ενεστώτα μετοχή
hanging together
απλός αόριστος
hung together
παθητική μετοχή
hung together
Παραδείγματα
In times of crisis, it's essential for the team to hang together and support each other.
Σε καιρούς κρίσης, είναι απαραίτητο η ομάδα να μένει ενωμένη και να στηρίζει ο ένας τον άλλον.
02
συνάδουν, σχηματίζουν ένα ενιαίο και συνεπές σύνολο
(of different parts or aspects of something) to be in agreement and make a unified and consistent whole
Παραδείγματα
The various plot twists in the movie didn't hang together, making it confusing.
Οι διάφορες ανατροπές της πλοκής της ταινίας δεν συνέπιπταν, κάνοντάς την μπερδεμένη.



























