Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Handstamp
01
χειροκίνητη σφραγίδα, σφραγίδα
a stamp (usually made of rubber) for imprinting a mark or design by hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handstamps
to handstamp
01
σφραγίζω, χαρακώ
stamp with a rubber stamp, usually an indication of official approval on a document
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
handstamp
γ΄ ενικό πρόσωπο
handstamps
ενεστώτα μετοχή
handstamping
απλός αόριστος
handstamped
παθητική μετοχή
handstamped
Λεξικό Δέντρο
handstamp
hand
stamp



























