handsaw
hand
ˈhænd
hānd
saw
sɔ:
saw

Ορισμός και σημασία του "handsaw"στα αγγλικά

01

χειροπρίονο, πριόνι μίας χειρός

a saw used with one hand for cutting wood 
handsaw definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
handsaws

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

handsaw

hand

+

saw

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store