handheld
hand
ˈhænd
hānd
held
hɛld
held
handhold

Ορισμός και σημασία του "handheld"στα αγγλικά

01

φορητός, εύχρηστος

having dimensions and a weight that holding and operating with one or both hands becomes possible 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most handheld
συγκριτικός βαθμός
more handheld
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She used a handheld camera to capture the event. 

Χρησιμοποίησε μια χειρός κάμερα για να καταγράψει την εκδήλωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store