handcraft
hand
ˈhænd
χαινντ
craft
krɑ:ft
κραφτ
handicraft

Ορισμός και σημασία του "handcraft"στα αγγλικά

01

χειροτεχνία, τεχνουργήματα

a work produced by hand labor 
handcraft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
handcrafts
to handcraft
01

κατασκευάζω με το χέρι, χειροτεχνώ

make something by hand 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
handcraft
γ΄ ενικό πρόσωπο
handcrafts
ενεστώτα μετοχή
handcrafting
απλός αόριστος
handcrafted
παθητική μετοχή
handcrafted

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

handcraft

hand

+

craft

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store