Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hand out
[phrase form: hand]
01
διανέμω, παραδίδω
to provide someone or each person in a group with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
hand
ενεστώτας
hand out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hands out
ενεστώτα μετοχή
handing out
απλός αόριστος
handed out
παθητική μετοχή
handed out
Παραδείγματα
The school principal will hand awards out to outstanding students at the graduation ceremony.
Ο διευθυντής του σχολείου θα μοιράσει βραβεία σε εξαιρετικούς μαθητές στην τελετή αποφοίτησης.
02
διανέμω, επιβάλλω
to provide abstract or intangible things, such as punishments, compliments, judgments, advice, etc., to someone
Παραδείγματα
She handed her advice out freely to those in need of career guidance.
Αυτή μοίραζε τις συμβουλές της ελεύθερα σε όσους χρειάζονταν επαγγελματικό προσανατολισμό.



























