handcrafted
hand
ˈhænd
hānd
craf
krɑ:f
kraaf
ted
tɪd
tid
hand-crafted

Ορισμός και σημασία του "handcrafted"στα αγγλικά

handcrafted
01

χειροποίητος, τεχνουργημένος

made by hand using traditional or artisanal methods rather than by automated or mass-production processes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most handcrafted
συγκριτικός βαθμός
more handcrafted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shop sells handcrafted jewelry made by local artisans. 

Το κατάστημα πουλά χειροποίητα κοσμήματα φτιαγμένα από ντόπιους τεχνίτες.

Λεξικό Δέντρο

handcrafted
handcraft

hand

+

craft

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store