Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
haltingly
01
διστακτικά
(of speech or movement) in a nervous manner that makes one stutter while speaking or stumble while walking
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διστακτικά