halting
hal
ˈhɔ:l
hawl
ting
tɪng
ting
saltingfaultingexaltingvaulting

Ορισμός και σημασία του "halting"στα αγγλικά

01

διστακτικός, αβέβαιος

acting or talking with hesitation due to uncertainty or lack of confidence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most halting
συγκριτικός βαθμός
more halting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her halting speech revealed her nervousness about presenting in front of the class. 

Ο διστακτικός της λόγος αποκάλυψε την νευρικότητά της για την παρουσίαση μπροστά στην τάξη.

02

κουτσός, ανάπηρος

disabled in the feet or legs 

Λεξικό Δέντρο

haltingly
halting
halt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store