Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
halting
01
διστακτικός, αβέβαιος
acting or talking with hesitation due to uncertainty or lack of confidence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most halting
συγκριτικός βαθμός
more halting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her halting speech revealed her nervousness about presenting in front of the class.
Ο διστακτικός της λόγος αποκάλυψε την νευρικότητά της για την παρουσίαση μπροστά στην τάξη.
02
κουτσός, ανάπηρος
disabled in the feet or legs



























