halogen
ha
ˈhæ
lo
gen
ʤən
jēn

Ορισμός και σημασία του "halogen"στα αγγλικά

01

αλογόνο, στοιχείο αλογόνου

a type of chemical element found in Group 17 of the periodic table, known for being highly reactive and commonly used in disinfectants and lights 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
halogens
Παραδείγματα
Chlorine is a halogen commonly used in water treatment for its disinfectant properties. 

Το χλώριο είναι ένα αλογόνο που χρησιμοποιείται συνήθως στην επεξεργασία νερού για τις αντισηπτικές του ιδιότητες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store