halogen
Pronunciation
/ˈhæɫədʒən/

Ορισμός και σημασία του "halogen"στα αγγλικά

01

αλογόνο, στοιχείο αλογόνου

a type of chemical element found in Group 17 of the periodic table, known for being highly reactive and commonly used in disinfectants and lights
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
halogens
Παραδείγματα
The halogens share common properties such as high electronegativity and the ability to gain an electron to achieve a stable electron configuration.
Τα αλογόνα μοιράζονται κοινές ιδιότητες όπως η υψηλή ηλεκτραρνητικότητα και η ικανότητα να κερδίζουν ένα ηλεκτρόνιο για να επιτύχουν μια σταθερή ηλεκτρονική διαμόρφωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store