Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hallucinogenic
01
παραισθησιογόνος, ψυχεδελικός
related to substances causing altered perceptions, considered for therapy or managed in substance misuse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
substances, medicine, perception
Παραδείγματα
Certain medications can be hallucinogenic.
Ορισμένα φάρμακα μπορεί να είναι παραισθησιογόνα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hallucinogenic
hallucinogen



























