hallucination
ha
χα
llu
ˌlu
λου
ci
σα
na
ˈneɪ
νει
tion
ʃən
σαν
/hɐlˌuːsɪnˈe‍ɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "hallucination"στα αγγλικά

01

παραίσθηση, ψευδαίσθηση

a perceptual experience in which an individual perceives something that is not present in the external environment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hallucinations
Παραδείγματα
Hallucinations can be a symptom of certain medical conditions, including neurological disorders or brain injuries.
Οι ψευδαισθήσεις μπορεί να είναι σύμπτωμα ορισμένων ιατρικών καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων νευρολογικών διαταραχών ή τραυμάτων του εγκεφάλου.
02

ψευδαίσθηση, αβάσιμη ιδέα

a mistaken or unfounded opinion or idea
03

παραίσθηση, οπτική παραίσθηση

an object perceived during a hallucinatory episode

Λεξικό Δέντρο

hallucination
hallucinate
hallucin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store