Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hallucination
01
παραίσθηση, ψευδαίσθηση
a perceptual experience in which an individual perceives something that is not present in the external environment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hallucinations
Παραδείγματα
Hallucinations can be a symptom of certain medical conditions, including neurological disorders or brain injuries.
Οι ψευδαισθήσεις μπορεί να είναι σύμπτωμα ορισμένων ιατρικών καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων νευρολογικών διαταραχών ή τραυμάτων του εγκεφάλου.
02
ψευδαίσθηση, αβάσιμη ιδέα
a mistaken or unfounded opinion or idea
03
παραίσθηση, οπτική παραίσθηση
an object perceived during a hallucinatory episode
Λεξικό Δέντρο
hallucination
hallucinate
hallucin



























