Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hallucinate
01
παραισθάνομαι, βλέπω ψευδαισθήσεις
to see or experience something that is not present or real, often involving vivid and imagined sensations
Intransitive
Transitive: to hallucinate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hallucinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
hallucinates
ενεστώτα μετοχή
hallucinating
απλός αόριστος
hallucinated
παθητική μετοχή
hallucinated
Παραδείγματα
In the dark room, he began hallucinating shadows and shapes that were n't actually there.
Στο σκοτεινό δωμάτιο, άρχισε να παραισθάνεται σκιές και σχήματα που δεν υπήρχαν πραγματικά.
Λεξικό Δέντρο
hallucinating
hallucination
hallucinatory
hallucinate
hallucin



























