Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hallowed
01
ιερός, σεβαστός
considered holy or very important in a religious way
Παραδείγματα
The historical artifacts dug out in the archaeological site were deemed hollowed and were treated with great care.
Τα ιστορικά αντικείμενα που ανασκάφηκαν στον αρχαιολογικό χώρο θεωρήθηκαν ιερά και αντιμετωπίστηκαν με μεγάλη προσοχή.
Λεξικό Δέντρο
unhallowed
hallowed
hallow



























