half-wit
Pronunciation
/hˈæfwˈɪt/

Ορισμός και σημασία του "half-wit"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid person
half-wit definition and meaning
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
half-wits
Παραδείγματα
Do n't treat me like a half-wit; I understand perfectly well.
Μη με αντιμετωπίζεις σαν ηλίθιο; καταλαβαίνω απόλυτα καλά.
02

ηλίθιος, βλάκας

a person with subnormal intelligence or intellectual disability
dated
offensive
Παραδείγματα
The medical term half-wit was once used for mild intellectual impairment.
Ο ιατρικός όρος μισόμυαλος χρησιμοποιήθηκε κάποτε για ήπια διανοητική αναπηρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store