half-hour
half
hɑ:faʊə
haafawe
hour

Ορισμός και σημασία του "half-hour"στα αγγλικά

01

μισή ώρα, τριάντα λεπτά

a period of thirty minutes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
half-hours
Παραδείγματα
We waited for a half-hour before the doctor arrived. 

Περιμέναμε μισή ώρα πριν φτάσει ο γιατρός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store