hair coloring
hair
heəkʌlərɪng
χεκαλαρινγκ
coloring

Ορισμός και σημασία του "hair coloring"στα αγγλικά

01

χρωματισμός μαλλιών, βαφή μαλλιών

the act of dyeing or tinting one's hair 
hair coloring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hair colorings
02

χρωματισμός μαλλιών, βαφή μαλλιών

a dye for coloring the hair 
hair coloring definition and meaning
03

βαφή μαλλιών

coloring of the hair 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store