hailstorm
hail
ˈheɪl
heil
storm
stɔ:m
stawm

Ορισμός και σημασία του "hailstorm"στα αγγλικά

01

χαλαζοθύελλα, ισχυρή πτώση χαλαζιών

a heavy fall of hail during a storm 
hailstorm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hailstorms
Παραδείγματα
The hailstorm caused damage to cars and rooftops. 

Η χαλαζοθύελλα προκάλεσε ζημιές σε αυτοκίνητα και στέγες.

Λεξικό Δέντρο

hailstorm

hail

+

storm

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store