Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Haick
01
χαϊκ, χαϊκ
an outer garment consisting of a large piece of white cloth; worn by men and women in northern Africa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
haicks
LanGeek



























