Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Antispasmodic
01
αντισπασμωδικό, σπασμολυτικό
a chemical substance that prevents or soothes the sudden, painful, and unintentional tightening of the muscles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
antispasmodics



























