hackle
ha
ˈhæ
ckle
kəl
kēl
hecklehackee

Ορισμός και σημασία του "hackle"στα αγγλικά

01

φτερό λαιμού, όρθιο τρίχωμα

the long erectile feather or hair in the neck area of some birds and mammals such as dogs 
hackle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hackles
to hackle
01

χτενίζω με ένα heckle, καθαρίζω με ένα heckle

comb with a heckle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hackle
γ΄ ενικό πρόσωπο
hackles
ενεστώτα μετοχή
hackling
απλός αόριστος
hackled
παθητική μετοχή
hackled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store