antiquity
an
æn
αιν
tiq
ˈtɪk
τικ
ui
ουα
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "antiquity"στα αγγλικά

01

η αρχαιότητα, η παλαιά περίοδος

the historical period before the Middle Ages, especially before the sixth century when Greeks and Romans were the most prosperous 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Antiquity refers to the period in history before the Middle Ages, encompassing the civilizations of ancient Greece and Rome. 

Η Αρχαιότητα αναφέρεται στην περίοδο της ιστορίας πριν από τον Μεσαίωνα, που περιλαμβάνει τους πολιτισμούς της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης.

02

αρχαιότητα, αρχαίο αντικείμενο

an object or artifact from an ancient period, often of historical or cultural value 
Παραδείγματα
The museum displayed ancient antiquities, including Greek pottery. 

Το μουσείο παρουσίασε αρχαία αρχαιότητες, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής κεραμικής.

03

αρχαιότητα, παλαιότητα

the quality of being extremely old 
Παραδείγματα
The building's antiquity added to its charm. 

Η αρχαιότητα του κτιρίου πρόσθετε στο γόητό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

antiquity
antique
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store