antiquarian
an
ˌæn
ān
tiq
ˈtɪk
tik
ua
wɛə
veē
rian
riən
riēn
unsectarianmillenariansertularianproletarian

Ορισμός και σημασία του "antiquarian"στα αγγλικά

01

αρχαιοπώλης, συλλέκτης αρχαιοτήτων

an expert or collector of antiquities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
antiquarians
antiquarian
01

αρχαιοπωλικός, σχετικός με αρχαιότητες

of or relating to antiques or antiquities 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
history, objects, study
02

αρχαιοπωλικός, σχετικός με τους αρχαιοπώλες

of or relating to persons who study or deal in antiques or antiquities 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store