Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to guzzle
01
καταπίνω, ρουφώ
to drink something, especially an alcoholic beverage, enthusiastically, and in large quantities
Transitive: to guzzle a drink
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
guzzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
guzzles
ενεστώτα μετοχή
guzzling
απλός αόριστος
guzzled
παθητική μετοχή
guzzled
Παραδείγματα
Thirsty after the game, he proceeded to guzzle a whole bottle of water.
Διψασμένος μετά το παιχνίδι, προχώρησε να καταπιεί ένα ολόκληρο μπουκάλι νερό.



























