to guzzle
gu
ˈgʌ
ga
zzle
zəl
zēl
muzzlenuzzle

Ορισμός και σημασία του "guzzle"στα αγγλικά

to guzzle
01

καταπίνω, ρουφώ

to drink something, especially an alcoholic beverage, enthusiastically, and in large quantities 
Transitive: to guzzle a drink
to guzzle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
guzzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
guzzles
ενεστώτα μετοχή
guzzling
απλός αόριστος
guzzled
παθητική μετοχή
guzzled
Παραδείγματα
Thirsty after the game, he proceeded to guzzle a whole bottle of water. 

Διψασμένος μετά το παιχνίδι, προχώρησε να καταπιεί ένα ολόκληρο μπουκάλι νερό.

Λεξικό Δέντρο

guzzler
guzzling
guzzle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store