gunman
gun
ˈgʌn
gan
man
mæn
mān

Ορισμός και σημασία του "gunman"στα αγγλικά

01

οπλοφόρος, ένοπλος άνδρας

a person who uses a gun to commit crimes, often a hired killer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
gunmen
αρσενικό ενικό
gunman
θηλυκό ενικό
gunwoman
neutral form
shooter
Παραδείγματα
The gunman was caught by the police. 

Ο οπλοφόρος συνελήφθη από την αστυνομία.

02

σκοπευτής, οπλοφόρος

a person who shoots a gun (as regards their ability) 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store