gumshoe
gum
ˈgʌm
gam
shoe
ʃu:
shoo

Ορισμός και σημασία του "gumshoe"στα αγγλικά

01

λαστιχένιο παπούτσι, αδιάβροχο υπερπαπούτσι

a waterproof overshoe that protects shoes from water or snow 
gumshoe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gumshoes
02

ντετέκτιβ, ερευνητής

someone who is a detective 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store